Ο Βουλευτής Πέλλας της Νέας Δημοκρατίας Λάκης Βασιλειάδης τοποθετήθηκε σήμερα στην ολομέλεια της Βουλής κατά την συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Τόνισε πως πρόκειται για μια ιστορική και άκρως σημαντική στιγμή του Ελληνικού Κοινοβουλίου και οφείλουν όλα τα κόμματα να δείξουν την απαιτούμενη σοβαρότητα.
Ο Λάκης Βασιλειάδης αναφέρθηκε στις σημαντικότερες αλλαγές που προτείνονται από την κυβερνητική πλειοψηφία και συγκεκριμένα στην αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, για τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης, για την επανεξέταση του άρθρου 86 για την ευθύνη των Υπουργών, για την περεταίρω ανεξαρτητοποίηση της Δικαιοσύνης.
Επιπλέον, αναφέρθηκε στα ζητήματα όπως η προσιτή στέγη, οι υδάτινοι πόροι και η επιστολική ψήφος, ενώ στάθηκε στο θέμα της κλιματικής αλλαγής για την αντιμετώπιση της οποίας οφείλει να προστατευτεί το φυσικό περιβάλλον. Τόνισε πως η ευθύνη είναι μεγάλη καθώς η αναθεώρηση του συντάγματος αφορά τις επόμενες γενιές και τα επόμενα χρόνια και θα πρέπει να είναι «ρεαλιστικό, διορατικό και αποτελεσματικό».
Δείτε εδώ ολόκληρο το βίντεο της ομιλίας: 8YkOZ57YCsg" frameborder="0" allowfullscreen>
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας:
«Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Κύριε Υπουργέ, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, βρισκόμαστε πραγματικά μπροστά σε μια ιστορική στιγμή του Ελληνικού Κοινοβουλίου, σε μία κορυφαία, θα έλεγα, κοινοβουλευτική διαδικασία. Και το λέω αυτό, διότι η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι ίσως η πιο σημαντική, η πιο μεγάλη στιγμή ευθύνης που έχουν οι Έλληνες Βουλευτές απέναντι στους πολίτες, στη χώρα, στο ίδιο το πολίτευμα.
Η Αναθεώρηση του Συντάγματος απαιτεί κυρίως σοβαρότητα, υπευθυνότητα, διορατικότητα και πάνω από όλα ευρύτερες συναινέσεις. Δεν είναι και δεν μπορεί να είναι το έργο ενός μόνο κόμματος, αλλά πρωτίστως δεν γίνεται να είναι αντικείμενο μιας τυπικής άσκησης αντιπολίτευσης. Αυτό σημαίνει πως δεν αρκεί σε αυτή τη συζήτηση να αναφερόμαστε σε κυβερνητικά πεπραγμένα ή απλώς να γίνεται αντιπαράθεση κοινών επιχειρημάτων που έχουμε ακούσει πάρα πολλές φορές σε αυτή την Αίθουσα. Και αυτό διότι αυτή η διαδικασία δεν αφορά μια κυβέρνηση ή μια κοινοβουλευτική περίοδο, αφορά τον ίδιο τον καταστατικό χάρτη, που θα διέπει τη λειτουργία της πολιτείας για τις επόμενες δεκαετίες.
Ας συμφωνήσουμε, λοιπόν, ότι η διαδικασία αυτή και η ίδια η συζήτηση απαιτούν να μη γίνονται με μόνο στόχο τη στείρα αντιπολίτευση, τη στείρα διακομματική αντιπαράθεση. Αντίθετα, ας κάνουμε ένα γόνιμο και ουσιαστικό διάλογο πάνω στις προτάσεις αυτές, για το πώς θα μπορούσαμε να διαμορφώσουμε ένα λειτουργικό, θα έλεγα, Σύνταγμα για τα επόμενα χρόνια.
Ας παραδειγματιστούμε από το Σύνταγμα του 1975, που υπήρξε το θεμέλιο της Μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωση της δημοκρατίας και απέδειξε την ανθεκτικότητά του μέσα από μεγάλες δοκιμασίες και συνεχείς κρίσεις.
Όμως, η κοινωνία αλλάζει, η τεχνολογία εξελίσσεται και πλέον επηρεάζει τις ζωές μας με πρωτόγνωρους τρόπους και ρυθμούς. Οι διεθνείς προκλήσεις πολλαπλασιάζονται και η πολιτεία οφείλει να προσαρμόζει τους θεσμούς της στις νέες αυτές συνθήκες, χωρίς να αλλοιώνει φυσικά τον πυρήνα των συνταγματικών αρχών και την ταυτότητα του κράτους.
Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο πραγματικός σκοπός της παρούσας διαδικασίας. Δεν αναζητούμε ένα διαφορετικό Σύνταγμα, αναζητούμε ένα πιο σύγχρονο, πιο λειτουργικό και πιο αποτελεσματικό Σύνταγμα, το οποίο θα ανταποκρίνεται πραγματικά στις ανάγκες της εποχής και θα ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς, ενώ παράλληλα θα κοιτάζει μπροστά και θα ανταποκρίνεται και στις επόμενες δεκαετίες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι σήμερα η Βουλή δεν αποφασίζει για το τελικό περιεχόμενο των διατάξεων, αποφασίζει ποια άρθρα θα πρέπει να ανοίξουν προς Αναθεώρηση, ώστε η επόμενη Αναθεωρητική Βουλή με τη νέα λαϊκή εντολή που θα έχει λάβει, να καθορίσει το τελικό τους περιεχόμενο. Αυτό από μόνο του επιβάλλει μεγαλύτερη υπευθυνότητα και βλέμμα προς το μέλλον.
Ανάμεσα στις προτάσεις που κατατίθενται υπάρχουν σημαντικές θεσμικές τομές. Σε αυτές θα αναφερθώ εν συντομία, αρχίζοντας από την πρόταση για αναθεώρηση του άρθρου 16. Πρόκειται για μια συζήτηση που διαρκεί σίγουρα για πάνω από δύο δεκαετίες. Πλέον θεωρώ πως οι συνθήκες αυτές έχουν ωριμάσει, ώστε να προχωρήσουμε με τα μη κρατικά πανεπιστήμια, δεν χρειάζεται να υπάρχει μονόδρομος στην εκπαίδευση. Πρέπει να αποδεχτούμε τη συνύπαρξη. Καθώς το νέο θεσμικό πλαίσιο έχει μπει σε λειτουργία βλέπουμε σιγά-σιγά ο χώρος να οργανώνεται, η συνταγματική προσαρμογή μπορεί να ολοκληρώσει αυτή τη μεταρρύθμιση, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης και το χαρακτήρα της αποστολής της.
Όπως πάντα, φυσικά σε όλα απαιτείται υπομονή, προκειμένου να υπάρξει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αντί λοιπόν, για μια ακόμη φορά να ζούμε το «όχι» σε όλα, ας συμβάλλουμε ώστε να γίνει σωστά.
Επιπλέον, η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου αποτελεί ένα αίτημα από όλα τα κόμματα. Ας προσπαθήσουμε επομένως, να θωρακίσουμε τον τόσο σημαντικό αυτό θεσμό μέσα από τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Όσο περισσότερο ενισχύεται η αυτονομία της δικαιοσύνης τόσο περισσότερο ενισχύεται και η εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς. Η αναζήτηση μιας πιο ισορροπημένης διαδικασίας αποτελεί ένα βήμα πραγματικά που αξίζει να συζητηθεί. Πάντοτε βέβαια, θα πρέπει να έχουμε κατά νου τη διαφύλαξη των ορίων, ώστε καμία εξουσία να μην είναι προφανώς και ανεξέλεγκτη.
Αντίστοιχα, η επανεξέταση του άρθρου 86 για την ευθύνη των Υπουργών αποτελεί μια ευκαιρία να διορθωθούν αδυναμίες που έχουν απασχολήσει διαχρονικά την ελληνική κοινωνία. Ο στόχος δεν είναι φυσικά ούτε η ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, ούτε η δημιουργία καθεστώτος ατιμωρησίας. Στόχος είναι η διαμόρφωση μιας διαδικασίας που θα εμπεδώνει το αίσθημα δικαιοσύνης, θα ενισχύει τον ρόλο της δικαιοσύνης και θα προστατεύει παράλληλα, τη θεσμική λειτουργία της δημοκρατίας.
Επίσης, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ζητήματα που πριν από λίγα χρόνια δεν υπήρχαν καν στη δημόσια συζήτηση. Η τεχνητή νοημοσύνη για παράδειγμα, δημιουργεί τεράστιες δυνατότητες, αλλά και νέους κινδύνους για τα δικαιώματα, την ιδιωτικότητα και την ίδια τη δημοκρατία. Η πρόβλεψη λοιπόν, συνταγματικών εγγυήσεων που θα επιτρέπουν στην πολιτεία να αντιμετωπίζει αυτές τις προκλήσεις δείχνει ότι το Σύνταγμα πρέπει να μπορεί να συνομιλεί πραγματικά με το μέλλον.
Πέραν αυτών, υπάρχει μια σειρά από άλλα ζητήματα τα οποία φέρνει η πρόταση προς συζήτηση που αφορούν τα εξής: Θεσμοθέτηση της προσιτής στέγης, την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, τη διαχείριση των υδάτινων πόρων, τη δημοσιονομική σταθερότητα, την επιστολική ψήφο. Είναι ζητήματα που απασχολούν ήδη την κοινωνία και είναι λογικό να προτείνονται για την αναμόρφωση της συνταγματικής τάξης.
Ειδικότερα, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος είναι πλέον απαραίτητη, ώστε να μπορέσουμε ως χώρα να διασφαλίσουμε τη βιωσιμότητα των επόμενων γενεών. Παρομοίως, με τους υδάτινους πόρους. Σε μια εποχή που η ξηρασία αυξάνεται, οφείλουμε όντως να διασφαλίσουμε την κοινωνική ισότητα στο αγαθό του νερού. Από την άλλη, η επιστολική ψήφος θα ενισχύσει τη συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατική αυτή διαδικασία, αποτελώντας αδιαμφισβήτητα ένα εργαλείο του μέλλοντος.
Κύριε Πρόεδρε, σε τέτοιες κορυφαίες θεσμικές διαδικασίες υπάρχει μόνο η ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές. Η Αναθεώρηση του Συντάγματος λοιπόν, αποτελεί μια ευκαιρία να αποδείξουμε ότι το πολιτικό σύστημα μπορεί να συνεννοηθεί όταν διακυβεύεται η ίδια η ποιότητα της δημοκρατίας μας. Η χώρα χρειάζεται θεσμούς που εμπνέουν εμπιστοσύνη, ένα κράτος πιο αποτελεσματικό, μια δικαιοσύνη πιο ισχυρή, μια δημόσια διοίκηση που θα λογοδοτεί, μια παιδεία πιο εξωστρεφή και ένα Σύνταγμα που θα ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του αύριο.
Και δεν υπάρχει, θα έλεγα, καλύτερη χρονική συγκυρία από την τωρινή για να αναβαθμίσουμε το Σύνταγμά μας σε ένα σύγχρονο καταστατικό χάρτη, αντάξιο των προσδοκιών, κυρίως της ελληνικής κοινωνίας, έτοιμο να υποδεχτεί τις προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας.
Σας ευχαριστώ πολύ».
Δημοσιεύτηκε στις 28 Ιουλίου, 2026